τιμοκρατικὴ πολιτεία Save Bailly 2024 τιμοκρατικὴ πολιτεία (ἡ) [τῑμ] 1 c. τιμοκρατία 1, Plat. Rsp. 549b, 580b || 2 c. τιμοκρατία 2, Arstt. Nic. 8, 10, 1 et 6. Étym. τιμοκρατία.